Συναισθηματική πείνα και μέγεθος μερίδων

Εκτυπώστε το άρθρο Email This Post
Post2PDF

Στη βρεφική ηλικία, τρώμε μόνο όταν πεινάμε και σταματούμε όταν η πρόσληψη τροφής οδηγήσει σε ικανοποίηση και κορεσμό. Κανονικά λοιπόν, η κατανάλωση και η ανάγκη για λήψη τροφής είναι ενδογενώς ρυθμιζόμενες. Οι επιστήμονες ψυχικής υγείας υποστηρίζουν πως, στο νεογέννητο μωρό, οι πρώτες εμπειρίες με το φαγητό καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που θα σχετιστεί με αυτό αργότερα. Ο ρυθμός και ο τρόπος πρόσληψης τροφής στο βρεφικό στάδιο, καθώς και η σχέση του μωρού με την τροφό του, επηρεάζουν τον τρόπο που το βρέφος βιώνει και αντιλαμβάνεται τον κόσμο και τις πρωταρχικές του εμπειρίες επιβίωσης. Πολύ συχνά στα επόμενα χρόνια της ζωής ενός παιδιού, η αγάπη και η φροντίδα από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και του περιβάλλοντος, εκφράζονται κατά κύριο λόγο μέσω της προσφοράς τροφής, και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις όταν η αγάπη δεν μπορεί να επικοινωνηθεί με άλλο τρόπο, το φαγητό γίνεται το αποκλειστικό μέσο. Ως επακόλουθο, η λήψη τροφής συνδέεται στενά με τον ψυχικό κόσμο του παιδιού.

Όταν το άτομο μεγαλώνει, το φαγητό αναπόφευκτα καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Έτσι, εκτός από βιολογική ανάγκη, λειτουργεί και σαν μια συνήθεια που πλαισιώνει την καθημερινότητα, ακόμη και σαν διασκέδαση ή μέσο κοινωνικοποίησης, αλλά και σαν τρόπος διαχείρισης συναισθημάτων. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, όπου μέσα από τη σχέση με το φαγητό εκφράζεται η συναισθηματική κατάσταση του ατόμου και εκτονώνονται εντάσεις στις σχέσεις του με άλλους ή με τον εαυτό του. Δημιουργείται έτσι μια σχέση όπου το φαγητό  «χρησιμοποιείται» ως καταφύγιο, διέξοδος, αποφόρτιση ή και «σύντροφος» στις δύσκολες στιγμές, στα προβλήματα με άλλους ανθρώπους και στις εσωτερικές συγκρούσεις.

Η λήψη τροφής επιδρά στα επίπεδα ουσιών, όπως η σεροτονίνη, η ντομαμίνη και ενδορφίνες του οργανισμού, οι οποίες επηρεάζουν την ψυχική διάθεση. Πολύ συχνά όμως τα «μηνύματα» που ωθούν στην πρόσληψη τροφής, δεν σχετίζονται με την ικανοποίηση της βιολογικής πείνας, αλλά με την ανάγκη του ατόμου να διαχειριστεί τα συναισθήματα που βιώνει. Όταν όμως το φαγητό μετατρέπεται σε υποκατάστατο ευτυχίας ή αγχολυτικό, αρχίζει ένας φαύλος κύκλος: η ποσότητα της τροφής που καταναλώνεται είναι μεγάλη, το σωματικό βάρος αυξάνεται, προκαλούνται ενοχές και το άτομο συνεχίζει την υπερκατανάλωση τροφής στην προσπάθειά του να ανταπεξέλθει στα αρνητικά συναισθήματα.

Η συναισθηματική πείνα:

  1. Εμφανίζεται ξαφνικά, ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης, αφού το σώμα αναζητά άμεση ανακούφιση από τη δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση.
  2. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα. Αντίθετα, η βιολογική πείνα ξεκινάει από το στομάχι, το οποίο αισθανόμαστε άδειο.
  3. Αφορά στη λήψη συγκεκριμένων τροφών, συνήθως πλούσιων σε θερμίδες και λιπαρά.
  4. Η κατάποση φαγητού γίνεται αυτόματα και μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του «τι» και του «πόσο» τρώμε.
  5. Η λήψη τροφής υπό την επήρεια συναισθηματικής πείνας συνεχίζεται πέρα από τον κορεσμό, σαν να μην χορταίνουμε ποτέ, ενώ στην βιολογική πείνα σταματάμε όταν επέλθει το αίσθημα του κορεσμού.
  6. Η κατανάλωση τροφής λόγω συναισθηματικής πείνας, οδηγεί το άτομο σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων. Αντίθετα, η ικανοποίηση της βιολογικής πείνας δεν επιφέρει αρνητικά αισθήματα.

Γράφει η Γεωργία Ρουσινού, Κλινική διαιτολόγος

Πηγή: medNutrition.gr

Share
Εκτυπώστε το άρθρο Email This Post Post2PDF

web design

WebOlution