Ο ψυχικός πόνος του ασθενούς στο Γενικό Νοσοκομείο

Εκτυπώστε το άρθρο Email This Post
Post2PDF

Το σύστημα Υγείας μέχρι πρόσφατα είχε ως στόχο την εξάλειψη επιδημιών και άλλων ασθενειών (πολιομυελίτιδα, διφθερίτιδα) καθώς και να προσφέρει θεραπεία σε επείγοντα περιστατικά (τραύματα, έμφραγμα του μυοκαρδίου). Η επιμήκυνση του ορίου ζωής συνεπάγεται νέες δυσκολίες για τους ασθενείς, τις οικογένειές τους και όσους προσφέρουν ιατρική περίθαλψη. Η αλματώδης τεχνολογική ανάπτυξη του ιατρικού τομέα σημαίνει πως οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν περισσότερα χρόνια, ωστόσο συχνά υποφέροντας από χρόνιες παθήσεις όπως : ν. Alzheimer, διαβήτη, καρδιοαγγειακές παθήσεις, AIDS. Αυτό σημαίνει ότι το κλασσικό ιατρικό μοντέλο, το οποίο μέχρι πρόσφατα ασχολείτο αποκλειστικά με τη βιολογική πλευρά της ασθένειας, πρέπει να διευρυνθεί ώστε να περιέχει και άλλους νέους παράγοντες που επίσης συντελούν στην πορεία της υγείας του ασθενούς. Ειδικότερα κοινωνικούς, ψυχολογικούς, ατομικούς και παράγοντες που συσχετίζονται με το περιβάλλον του ασθενούς.

Ο όρος «χρόνιες ασθένειες» αναφέρεται σε εκείνες τις παθήσεις που έχουν ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω χαρακτηριστικά :   1) οφείλονται σε παθολογική αιτία για την οποία δεν υπάρχει γνωστή θεραπεία (ίαση), 2) έχει διαρκή επιδείνωση, 3) συνεπάγονται μερική ανικανότητα, 4) επιβάλλουν μεγάλο διάστημα επίβλεψης, παρακολούθησης και φροντίδας, 5) ειδική αποκατάσταση για τον ασθενή.

Κοινωνιολογική προσέγγιση της χρόνιας νόσου

Η χρόνια ασθένεια είναι εξ ορισμού ένα μακροπρόθεσμο και ενδεχόμενα μόνιμο γεγονός στη ζωή ενός ανθρώπου. Από πρακτικής άποψης η ασθένεια χαρακτηρίζεται από εξάρτηση, σταδιακή απώλεια δυνατοτήτων και ικανοτήτων του ασθενούς και την ελπίδα ανάρρωσης συνήθως μέσω μιας επίπονης διαδικασίας. Όσον αφορά στη χρόνια νόσο τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν συχνά μόνο ένα τμήμα της συνολικής εμπειρίας επικαλυμμένα από μια πτωχή ή περιορισμένη προοπτική αποκατάστασης όπως επιπλέον και την επιμήκυνση του χρόνου της ασθένειας. Λόγω της μεγάλης διάρκειάς της είναι αναγκαίο στο σύνολο των χαρακτηριστικών της να εισάγουμε και κάποια στάδια από τα οποία περνά ο ασθενής όπως επίσης και την αλληλεπίδρασή τους με την εκάστοτε ηλικία του πάσχοντα ώστε να κατανοήσουμε τη θέση που κατέχει αυτό το γεγονός στη διάρκεια της ζωής του ασθενή. Ετσι όπως καταλαβαίνουμε, κοινωνιολογικά, η χρόνια νόσος με αυτόν τον «εξελισσόμενο» ή με τις υποτροπές «επείγον» χαρακτήρα που παρουσιάζει αλλάζει συνέχεια επίπεδο στις προτεραιότητες που έχει θέσει ο ασθενής στη ζωή του. Για την καλύτερη κατανόηση θα ακολουθήσουμε την εξής σειρά :

1)    Κατανόηση της χρόνιας νόσου – του χρόνιου πάσχοντα

2)    Επεξήγηση και «νομιμοποίηση»

3)    Προσαρμογή στη χρόνια νόσο

Κατανόηση της χρόνιας νόσου – του χρόνιου πάσχοντα

Όπως πλέον είναι ευρέως αναγνωρισμένο η έναρξη μιας χρόνιας νόσου αντιπροσωπεύει μια εισβολή στον ασθενή όχι μόνο βιολογικά αλλά και στην αντίληψη της ταυτότητάς του καλώντας τον σε μια αμφισβήτηση της προσωπικής του αξίας. Η απώλεια της εμπιστοσύνης στις σωματικές του δυνάμεις οδηγεί στην απώλεια της άνεσης  και της ευελιξίας στην κοινωνική συναναστροφή.

Οι ερευνητές διαπιστώνουν πως υπάρχουν δύο διαστάσεις της χρόνιας νόσου στη ζωή του ατόμου. Η πρώτη από αυτές είναι οι συνέπειές της. Η επίδραση της προσβολής και των συμπτωμάτων πραγματικά διαρρηγνύουν την καθημερινή ζωή στο σπίτι και την εργασία συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που χρειάζεται κανείς να ανταπεξέλθει στα συμπτώματα και στην κυριάρχησή τους τοποθετούν την ασθένεια σε πρωτεύουσα θέση. Ο ασθενής μπορεί να αρχίσει την αναζήτηση συμβουλών για την διαχείριση των συμπτωμάτων ή πληροφοριών από άλλους ομοιοπαθείς, να συμμετέχει σε ομάδες αυτοαναφοράς ή εξοικείωσης πιστεύοντας πως είναι οι καλύτερες μέθοδοι συμφιλίωσης με τη νέα του ζωή, κινητοποιώντας τον εαυτό του και αντισταθμίζοντας την απώλεια των εφεδρειών του. Στην πρώιμη περίοδο μιας τέτοιας κατάστασης η πρακτική αντιμετώπιση του ατόμου μπορεί να είναι έντονη και αβέβαιη, συνήθως μοιάζει με εμπορική συναλλαγή μεταξύ των συμπτωμάτων και των προσπαθειών για την ελαχιστοποίησή τους.

Δεύτερον το νόημα της χρόνιας ασθένειας μπορούμε να το δούμε μέσα από το πρίσμα της σημασίας του. Με αυτό εννοούμε ότι διαφορετικές καταστάσεις φέρουν διαφορετικό βαθμό «ανικανότητας» και «προβολής». Αυτό συμβαίνει γιατί ο καθένας έχει άλλο τρόπο να επιβραβεύει τον εαυτό του και έχει διαφορετική αντίληψη για το πώς τον βλέπουν οι υπόλοιποι. Επίσης οι χρόνιες καταστάσεις ποικίλλουν σημαντικά όσον αφορά στη συμβολικότητά τους με στοιχεία από την πολιτισμική καταγωγή του πάσχοντος και βλάπτουν την υιοθέτηση της νόσου καθώς μπορεί να έρθουν και σε σύγκρουση με διάφορα στερεότυπα (π.χ. σεληνιασμός).

Ο παραπάνω παράγοντας δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αρνητικούς συσχετισμούς μόνο. Η συγκάλυψη ή η αποκάλυψη της ασθένειας και των συμπτωμάτων εξαρτάται όχι μόνο από τη φυσική διεισδυτικότητα στο κοινωνικό περιβάλλον αλλά επίσης και από τη θετική ή αρνητική άποψη που επικρατεί στο σύνολο. Αλλαγή στα συμπτώματα κατά την πορεία μπορεί να επιδεινώσουν τις αντιδράσεις των υπολοίπων με συνέπεια την άσχημη επιρροή πάνω στον ασθενή. Αυτή η δυναμική εξεργασία επίσης φαίνεται στην αλλαγή της αντίληψης της ασθένειας στην ιστορία στην οποία διαφαίνεται το σύμπλεγμα μεταξύ της αρρώστιας και του νοήματος που δίνει η εκάστοτε κοινωνία το οποίο την περικυκλώνει και την περιορίζει.

Στην καθημερινή ζωή των ασθενών η χρόνια νόσος δημιουργεί κάποια «νοήματα» στον ασθενή τα οποία είναι επισφαλή. Αυτό συμβαίνει λόγω της συνεχούς εναλλαγής της κατάστασης. Οι ασθενείς ποτέ δεν μπορούν να είναι σίγουροι εάν η δική τους αναπτυσσόμενη αντίληψη πάνω στο θέμα συμβαδίζει και με των υπολοίπων, είτε σε καθημερινό επίπεδο είτε μέσω της συνδιαλλαγής τους με τους επαγγελματίες φροντιστές. Δηλαδή, μια έκκληση για βοήθεια μπορεί να δημιουργήσει μια μη ηθελημένη εξάρτηση και οι εκκλήσεις για συμπόνια ενέχουν τον κίνδυνο της απόρριψης. Μόνο το πέρασμα του χρόνου, η δοκιμή και το σφάλμα μπορούν να παρέχουν οδηγίες για τη φύση τέτοιων κινδύνων αλλά πάντα παραμένουν και οι απρόβλεπτες καταστάσεις. Μελέτες έχουν δείξει πως οι ασθενείς με Σ.Κ.Π κινδυνεύουν να παρεξηγηθούν από άλλους εξαιτίας των συμπτωμάτων τους που τα θεωρούν ως δείγματα ψυχικής ασθένειας, νεοπλασίας ή ακόμα και ότι βρίσκονται σε κατάσταση μέθης. Από την άλλη από αυτούς που γνωρίζουν την κατάσταση έχουμε υπονοούμενα που επιτρέπουν κοινωνικές εξαιρέσεις και δίνουν το δικαίωμα εξονυχιστικής εξέτασης από ξένους.

Έτσι λοιπόν καταλαβαίνουμε πως σε καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις οι κοινωνικές σχέσεις διακόπτονται ή καταστρέφονται. Επιπλέον επειδή συχνά η χρόνια ασθένεια συνεπάγεται δυσμορφία, κινητικά προβλήματα, αυξημένη ανάγκη για ξεκούραση, απώλεια λειτουργίας κάποιων οργάνων, χρόνιους πόνους κ.τ.λ. οι ασθενείς στιγματίζονται γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην κοινωνία και στον άμεσο περίγυρό τους.

Επεξήγηση και νομιμοποίηση

Από τη στιγμή της έναρξης της χρόνιας νόσου τα άτομα ξεκινούν να αντιμετωπίζουν τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές της αλλαγής της κατάστασης. Ιατρικές πληροφορίες μπορεί να συλλεγούν όσον αφορά στην αιτιολογία και στην πρόγνωση για να απαντηθεί το ερώτημα «γιατί σ’ εμένα»,  «γιατί τώρα». Συχνότερα, φυσικά οι απαντήσεις δεν είναι καθόλου ικανοποιητικές έτσι ώστε η πιο ρεαλιστική ή μοιραία απάντηση να είναι «λοιπόν, γιατί όχι σ’ εμένα». Ενώ η ιατρική γνώση μπορεί να είναι σημαντική για τη διαχείριση των συμπτωμάτων, διάφορες μελέτες έχουν δείξει πως ο ασθενής δεν καλύπτεται πλήρως. Σε μία μελέτη της ρευματοειδούς αρθρίτιδας βρέθηκε πως οι ιατρικές εξηγήσεις μπορούν να εμπλουτιστούν με «αλληγορικές αναδομήσεις» οι οποίες θα δώσουν μεγαλύτερο πρακτικό νόημα σε τέτοιου είδους πληροφορίες. Άλλοι ερευνητές τονίζουν την τάση εκλογίκευσης όπως τα άτομα με επιληψία προσπαθούν να συνδυάσουν την ιατρική γνώση με τις διάφορες εξηγήσεις την αιτιολογία με τις προσωπικές τους εμπειρίες. Άλλος μελετητής ξεχωρίζει τις προσωπικές αφηγήσεις και ιστορίες που δημιουργούν τα άτομα για να επικοινωνήσουν γύρω από την εμπειρία της ασθένειάς τους, από τη βιολογική άποψη και του ξεδιπλούμενου χαρακτήρα της νόσου. Παρομοίως σε μια μελέτη παιδικής λευχαιμίας βρέθηκε πως οι γονείς επέκτειναν τις διαθέσιμες εξηγήσεις της ιατρικής για να δημιουργήσουν μια ευρύτερη εικόνα της κατάστασης και της πιθανής αιτιολογίας της (όπως ραδιενέργεια).

Οι ασθενείς πέρα από την ανάγκη της επεξήγησης της νόσου έχουν και την ανάγκη της «νομιμοποίησης»  της. Ο όρος νομιμοποίηση εδώ αναφέρεται στη διαδικασία της προσπάθειας αποκατάστασης της αναστάτωσης και στην καθιέρωση ενός παραδεκτού και «νόμιμου» μέρους για να χωρέσει στη ζωή του ατόμου. Στο παρόν κείμενο ό όρος διατηρεί αυτόν τον χαρακτήρα αλλά με ένα τρόπο πιο εστιασμένο δείχνοντας την αγωνία του ατόμου να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του και να ελαττώσει αυτή την απειλή του κοινωνικού του επιπέδου μπροστά στη ριζική αλλαγή των συνθηκών του.

Ένας ερευνητής αναφέρει π.χ. ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη διάγνωση της Σ.Κ.Π για να ξεπεράσουν τα συναισθήματα της αντιμετώπισής τους ως ψυχικά ασθενείς. Σ’ αυτή την προσπάθεια δηλαδή η διάγνωση αντιπροσωπεύει μια επίσημη επικύρωση της κατάστασης. Βέβαια από την άλλη πλευρά είναι ξεκάθαρο πως η γνώση για την ασθένεια δεν εγγυάται την επιτυχία στην προσπάθεια νομιμοποίησης γιατί μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με άλλες αντιλήψεις της ζωής του. Οι προσωπικοί στόχοι μπορεί επίσης να διαφέρουν από τους ιατρικούς ακόμη και στη ρύθμιση της φροντίδας όταν ο γιατρός και ο ασθενής συζητούν για το ίδιο πρόβλημα. Οι πάσχοντες μπορεί να διαφωνούν για τη σημασία των συμπτωμάτων όπως π.χ. να αντιστέκονται στη χρήση του αναπηρικού αμαξιδίου έστω και αν έχει περάσει αρκετός χρόνος από την στιγμή της ανάγκης χρήσης του. Εδώ πάλι οι διαπραγματεύσεις θα είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί η σταθερότητα.

Ένα ακόμη θέμα που πρέπει να σημειωθεί όσον αφορά στη νομιμοποίηση της νόσου είναι πως δεν είναι μόνο θέμα συμπτωμάτων και η αντίληψή τους από τον ασθενή και τους άλλους αλλά και από τις μακροπρόθεσμες συνέπειες από τις καταστάσεις που συμβαίνουν μετά την έναρξη. Ακόμη και η βελτίωση μπορεί να κάνει τον ασθενή να αισθανθεί πως πλέον έχει λάβει το μερίδιο της προσοχής που του αναλογεί και δεν δικαιούται άλλο. Εδώ έρχεται να υπογραμμισθεί ο ρόλος της ιατρικής συμβουλής και πληροφορίας που έχει προσαρμοσθεί για να καλύψει το συγκεκριμένο ασθενή όσον αφορά στην κατάσταση και τη θεραπεία του και παίζει θετικό ρόλο στη νομιμοποίηση της νόσου στην καθ΄ημέρα πράξη.

Προσαρμογή στη χρόνια νόσο : αντιμετώπιση, στρατηγική και στυλ

Πρόσφατες κοινωνιολογικές μελέτες της χρόνιας νόσου ασχολήθηκαν πολύ περισσότερο από την απλή καταγραφή των προβλημάτων του ασθενούς όπως αυτές της αβεβαιότητας, της αντιπαράθεσης μεταξύ ιατρού και πάσχοντα και τις δυσκολίες στη διαχείριση των συμπτωμάτων και της θεραπείας. Με τη συνεχή ενασχόληση με τη νόσο έρχονται στην επιφάνεια αλλαγές με την πάροδο του χρόνου και έχουν παρατηρηθεί θετικές αντιδράσεις που υιοθετούν οι άνθρωποι για να περιορίσουν τα αποτελέσματα των συμπτωμάτων και της θεραπευτικής αγωγής. Αυτή η προσέγγιση επίσης αναγνωρίζει το εύρος των αποθεμάτων που χρησιμοποιούνται για την υιοθέτηση της ασθένειας όπως και τη χρήση νεώτερων ιατρικών δεδομένων για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Εδώ θα ασχοληθούμε με τρείς έννοιες οι οποίες εκφράζουν τους τρόπους με τους οποίους έχει παρατηρηθεί πως το άτομο που πάσχει από μια χρόνια ασθένεια προσπαθεί να κυριαρχήσει ενάντια στην προσβολή αυτή της ζωής του. Αυτές οι έννοιες είναι η «αντιμετώπιση», η «στρατηγική» και το «προσωπικό στυλ».

Η «αντιμετώπιση» όπως χρησιμοποιείται για τη χρόνια νόσο αναφέρεται στη γνωσιακή διαδικασία που το άτομο μαθαίνει πώς να ανέχεται και πώς να συμφιλιωθεί με τα αποτελέσματα της νόσου. Η «αντιμετώπιση» υπό την έννοια της διατήρησης ενός αισθήματος της προσωπικής αξίας και συνοχής μπροστά στην απειλή βρέθηκε πως είναι ένας σημαντικός παράγοντας εξισορρόπησης ενάντια στο άγχος που προκαλεί η ασθένεια. Η «κανονικοποίηση» είναι μια μορφή της αντιμετώπισης η οποία μπορεί να αναφέρεται σε ένα ψυχολογικό ξεδίπλωμα της φύσης της εισβολής της ασθένειας, έτσι ώστε οι επιπτώσεις πάνω στην ταυτότητα του ασθενούς να παραμένουν αμβληχρές. Από την άλλη μεριά κανονικοποίηση μπορεί επίσης να σημαίνει να αντιμετωπίζει κανείς την ασθένεια και τη θεραπευτική αγωγή σαν κάτι το φυσιολογικό και να καθιστά την ασθένεια πλήρως συνεργάσιμη με την ταυτότητα του ασθενή και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Ο όρος «στρατηγική» σε αντίθεση με την «αντιμετώπιση» απευθύνει περισσότερο την προσοχή του στις πράξεις των ανθρώπων, δηλαδή, τι κάνουν οι άνθρωποι για να ανταπεξέλθουν στην ασθένεια και στη συμπεριφορά που αναπτύσσουν.

Η στρατηγική διαχείριση της ασθένειας από την πλευρά του πάσχοντα σημαίνει όχι μόνο τους επιδέξιους χειρισμούς στην κοινωνική εμφάνιση και στις ρυθμίσεις για την ελαχιστοποίηση της επιρροής της νόσου στη συναναστροφή αλλά και την προσπάθεια κινητοποίησης αποθεμάτων προς εκμετάλλευση και την τοποθέτηση ρεαλιστικών στόχων με σκοπό τη διατήρηση της καθημερινότητας. Η χρήση του όρου «στρατηγική» δηλώνει την ανάγκη μιας δυναμικής άποψης της επιλογής και του εξαναγκασμού καθώς οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεσηκώσουν εναλλακτικές μορφές δράσης. Παρόλα αυτά  μια προοπτική η οποία τονίζει πως οι επιλογές γίνονται με υλικά και πολιτισμικά κριτήρια μπορεί μερικές φορές να χάνουν το στόχο του περιεχομένου τους. Οι άνθρωποι μπορεί να αποσυρθούν από κάποιες ευρείες δραστηριότητες και κοινωνικές δεσμεύσεις με σκοπό να επικεντρωθούν στη διατήρηση της βιωσιμότητας κάποιων σημαντικών σχέσεων για παράδειγμα στο σπίτι. Το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό αν κάποιος αντιληφθεί τη σπουδαιότητα των αλλαγών στην πάροδο του χρόνου. Οι στρατηγικές μπορεί να μεταβληθούν συμπεριλαμβάνοντας αλλαγές στον τρόπο που οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με άλλους μαζί με αλλαγές στο περιβάλλον.

Ακόμη πιο θετικά αποτελέσματα στη στρατηγική της διαχείρησης μιας χρόνιας νόσου συμπεριλαμβάνει την καταγραφή επιτυχημένων πράξεων για τη διατήρηση της ελπίδας και την προοπτική του μέλλοντος συμπεριλαμβανομένου της χρήσης μιας ευρείας ποικιλίας από πιθανές πηγές όπως είναι η εκκλησία και οι ομάδες αυτοθεραπείας. Αυτό το τελευταίο επίσης μπορεί να είναι σημαντικό στο να παρέχει ένα επίπεδο για προσωπική συζήτηση όπως επίσης και πρακτική συμβουλή.

Τέλος η χρήση του όρου στυλ στο περιεχόμενο της χρόνιας ασθένειας αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιδρούν και παρουσιάζουν τα σημαντικά στοιχεία της ασθένειας και εφαρμοζόμενης θεραπείας.

Εδώ οι ασθενείς χρησιμοποιώντας την πολιτισμική τους καταγωγή και τη μόδα, προσπαθούν να συγκαλύψουν τυχόν ατέλειες της αλλαγής του παρουσιαστικού τους και των κοινωνικών περιστάσεων . Βέβαια αυτό μοιάζει πού με τους προαναφερθέντες τρόπους αντίδρασης αλλά διαφέρει στο σεβασμό που εμπνέουν ποικίλα συμβολικά νοήματα και κοινωνικές πρακτικές σε διαφορετικά τμήματα του πολιτισμικού επιπέδου.

Η αποκατάσταση τελικά επέρχεται όταν οι ρόλοι είναι πιο ευέλικτοι και οι επιλογές για το πώς τα συμπτώματα θα παρουσιαστούν στο κοινωνικό σύνολο να εξελίσσονται μέσω επικοδομητικής επικοινωνίας με τους άλλους. Οι στρατηγικές δραστικής άρνησης εμπλέκουν την υϊοθέτηση συνηθειών στις οποίες η ασθένεια ανθίσταται της αυξημένης δέσμευσης στις καθημερινές δραστηριότητες και η επικοινωνία έχει πιο αυστηρό χαρακτήρα. Η σοβαρότητα του θέματος του στυλ εναπόκειται στο γεγονός ότι η ρύθμιση της χρόνιας νόσου δεν είναι εξ ορισμού μία κατάσταση προσαρμόσιμη με την έννοια ότι αποκαθιστά την ισορροπία ή τα κεκτημένα αλλά μια εξελισσόμενη διαδικασία και μία σειρά σχετικών πρακτικών.

Συμπέρασμα

Τα αποτελέσματα των πρόσφατων συνεχών κοινωνιολογικών μελετών πάνω στο θέμα της χρόνιας νόσου δείχνουν την ανάγκη της πολυδιάστατης αντιμετώπισης του αντίκτυπου στην καθημερινή πράξη. Δεν αποτελεί μόνο ένα ανεπαρκές βιοϊατρικό μοντέλο το οποίο δίνει έμφαση στην απομόνωση, το στίγμα ή την απόλυτη κατάσταση της ασθένειας και της ανικανότητας. Αν και αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να είναι κυρίαρχα σε ορισμένες ατομικές εμπειρίες, η έρευνα  έχει δείξει αξιόλογη ποικιλία στους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσπαθούν ενεργά να μετριάσουν την εισβολή της νόσου στη ζωή τους και να προάγουν την προσαρμογή τους στη νέα συνεχώς εξελισσόμενη κατάσταση.

Από την πλευρά του επαγγελματία υγείας

Το άγχος και η κατάθλιψη μπορεί να επηρεάσουν την αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την ασθένεια και τη θεραπεία της.

Η διάγνωση του άγχους και της κατάθλιψης σε ανθρώπους που πάσχουν από σωματικές ασθένειες είναι μία μεγάλη πρόκληση για τους επαγγελματίες υγείας. Αυτό συμβαίνει επειδή η κύρια συμπτωματολογία των συγκεκριμένων ψυχολογικών διαταραχών (απάθεια, έλλειψη συγκέντρωσης και ενδιαφέροντος, διαρκές αίσθημα κόπωσης, διαταραχές ύπνου και λήψης τροφής) είναι ενδεχομένως και ενδεικτική του παθολογικού προβλήματος που αντιμετωπίζουν.

Η σωματική ασθένεια και η ψυχική υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Η δυσλειτουργία στον ένα τομέα οδηγεί σε δυσλειτουργία και στον άλλο, ώστε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αναπηρίας και απόγνωσης. Τα αποτελέσματα από πολλές επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι η ύπαρξη ψυχικής  ασθένειας επηρεάζει αρνητικά την πορεία της σωματικής ασθένειας και αντιστρόφως.

Η σύγχρονη ιατρική και ψυχολογία συνηγορούν στην υψηλή σημασία της καλής ψυχικής υγείας και του σημαντικού ρόλου που έχει αυτή στα πλαίσια της θεραπευτικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η διάγνωση και άμεση θεραπευτική παρέμβαση σε ασθενείς με υψηλά επίπεδα άγχους ή και συμπτώματα κατάθλιψης είναι ιδιαίτερα σημαντική.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Annandale, E.C. (1989) The malpractice crisis and the doctor- patient relationship. Sociology of Health and Illness. 11, 1–23.Antonovsky, A. (1979) Health Stress and Coping. London : Jossey Bass.
  2. Williams, G. (1984) The genesis of chronic illness: narrative reconstruction. Sociology of Health and Illness6, 174–200.
  3. Williams, S. J. Bury, M. R. (1989a) Impairment disability and handicap in chronic respiratory disease. Social Science and Medicine29, 609–16.
  4. Williams, S. J. Bury, M. R. (1989b) ’Breathtaking’: the consequences of chronic respiratory disorder, International Disability Studies11, 3, 114–20.
  5. Rosenberg, C. E. (1989) Disease in history: frames and framers. Milbank Quarterly 67, Suppl. 1, 1–15.
  6. Burry M. (1991) Sociology of Health and Illness. Volume 13, issue 4, p. 451-468.
  7. Δρ. Χριστίνα Καραμανίδου (2006) Χρόνιες Παθήσεις και Ψυχική Υγεία. www.klinikiagios loukas/article_id=72.
Share
γράφει ο Κιουρτίδης Δημήτριος, Ειδικευόμενος Ιατρός Νευρολογικού Τμήματος, Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου
Εκτυπώστε το άρθρο Email This Post Post2PDF

web design

WebOlution